ανιδιοτέλεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανιδιοτέλεια ανιδιοτέλειες
γενική ανιδιοτέλειας ανιδιοτελειών
αιτιατική ανιδιοτέλεια ανιδιοτέλειες
κλητική ανιδιοτέλεια ανιδιοτέλειες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανιδιοτέλεια < αν- + ιδιοτέλεια < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Uneigennützigkeit

ἀνιδιοτέλεια < ἀνά (προθ.)+ ἴδιος (δικός, ἐπιθ.)+ τέλος (σκοπός, οὐσ.)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανιδιοτέλεια θηλυκό

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]