ανιμισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανιμισμός ανιμισμοί
γενική ανιμισμού ανιμισμών
αιτιατική ανιμισμό ανιμισμούς
κλητική ανιμισμέ ανιμισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανιμισμός < γαλλική animisme + -ισμός < λατινική anima < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂enh₁- (αναπνοή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανιμισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία), (θρησκεία), (κοινωνική ανθρωπολογία) η απόδοση αυτενέργειας στα πάντα (ή σε ότι ερμηνεύεται πως δρα) και η μεταφυσική ερμηνεία των κινητήριων δυνάμεων (πχ. ψυχή, κάρμα, πεμπτουσία, αιθέρας, ψυχοκινητικά κύματα, απροσδιόριστη και μη επιστημονικά ανιχνεύσιμη ενέργεια, ψυχικά πεδία κτλ.) της θεωρούμενης αυτενέργειας
  2. (φιλοσοφία) φιλοσοφική θεωρία που θεωρεί πως η ψυχή (πνευματική οντότητα) είναι η βάση και η αρχή της ζωής
  3. (θρησκεία) (συνήθως αρχέγονη) κατηγορία θρησκειών (χωρίς απόλυτα όρια συγκριτικά με άλλες θρησκείες), που θεμελιώνονται στην πεποίθηση της ύπαρξης πνευματικών υπάρξεων που εμψυχώνουν κάθε μορφή και εκδήλωση του φυσικού κόσμου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]