Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανισομετρωπία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ανισομετρία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανισομετρωπία οι ανισομετρωπίες
      γενική της ανισομετρωπίας των ανισομετρωπιών
    αιτιατική την ανισομετρωπία τις ανισομετρωπίες
     κλητική ανισομετρωπία ανισομετρωπίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανισομετρωπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική anisometropia < ελληνιστική κοινή ἀνισόμετρος + αρχαία ελληνική ὤψ (μάτι)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανισομετρωπία θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]