ανισομετρωπία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανισομετρωπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική anisometropia < ελληνιστική κοινή ἀνισόμετρος + αρχαία ελληνική ὤψ (μάτι)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ανισομετρωπία θηλυκό
- (ιατρική) ιατρική κατάσταση κατά την οποία τα δύο μάτια έχουν διαφορετική διαθλαστική ισχύ, με αποτέλεσμα να εστιάζουν σε διαφορετικό βάθος και να προκαλούν συχνά θολή ή ασύμμετρη αντίληψη της εικόνας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Anisometropia στην αγγλική Βικιπαίδεια

- αστιγματισμός
- υπερμετρωπία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανισομετρωπία
Πηγές
[επεξεργασία]- ανισομετρωπία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ανισομετρωπία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ανισομετρωπία - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)