Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανισοπεδοποίηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανισοπεδοποίηση οι ανισοπεδοποιήσεις
      γενική της ανισοπεδοποίησης των ανισοπεδοποιήσεων
    αιτιατική την ανισοπεδοποίηση τις ανισοπεδοποιήσεις
     κλητική ανισοπεδοποίηση ανισοπεδοποιήσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανισοπεδοποίηση (νεολογισμός) < ανισόπεδ(ος) + -ποίηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανισοπεδοποίηση θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]