ανκόρ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανκόρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική encore < υστερολατινική in hanc hora (μέχρι αυτή την ώρα)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ανκόρ ουδέτερο άκλιτο
- σύντομη έξτρα εμφάνιση ή παράσταση (μουσική, θεατρική κ.λπ.) μετά από το πέρας της κανονικής εμφάνισης ή παράστασης
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)