ανοίκειος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανοίκειος ανοίκεια ανοίκειο
γενική ανοίκειου ανοίκειας ανοίκειου
αιτιατική ανοίκειο ανοίκεια ανοίκειο
κλητική ανοίκειε ανοίκεια ανοίκειο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανοίκειοι ανοίκειες ανοίκεια
γενική ανοίκειων ανοίκειων ανοίκειων
αιτιατική ανοίκειους ανοίκειες ανοίκεια
κλητική ανοίκειοι ανοίκειες ανοίκεια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανοίκειος < ελληνιστική κοινή ἀνοίκειος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈni.ci.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανοίκειος

  1. αυτός που δεν συμπεριφέρεται με ευπρέπεια, ο αναιδής, ο άκοσμος
  2. ο ανάρμοστος, ο αχαρακτήριστος
  3. (συνήθως για γυναίκα) η άσεμνη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]