ανοιχτήρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανοιχτήρι τα ανοιχτήρια
      γενική του ανοιχτηριού των ανοιχτηριών
    αιτιατική το ανοιχτήρι τα ανοιχτήρια
     κλητική ανοιχτήρι ανοιχτήρια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανοιχτήρι < μεσαιωνική ελληνική ἀνοικτήριον < αρχαία ελληνική ἀνοίγω / ἀνοίγνυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανοιχτήρι ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]