ανορεξιογόνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ανορεξιογόνα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανορεξιογόνα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): ειδική κατηγορία φαρμάκων που ανήκουν στη γενικότερη κατηγορία των διεγερτών του κεντρικού νευρικού συστήματος και δρουν όπως η αμφεταμίνη και λίγο ηπιότερα.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • τα ανορεξιογόνα παρουσιάζουν ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο εξάρτησης και μαζί με άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που δημιουργούν η προσωρινή θεραπευτική τους ωφέλεια κρίνεται μάλλον προβληματική.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]