ανοσοποίηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανοσοποίηση < ανοσοποιώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανοσοποίηση θηλυκό

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανοσοποιώ.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]