ανοσοποίηση παθητική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανοσοποίηση παθητική < → δείτε τη λέξη  ανοσοποίηση και παθητική

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

ανοσοποίηση παθητική θηλυκό

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): η ανοσοποίηση που επιχειρείται με παροχή ανοσοσφαιρινών προερχόμενες από ανθρώπινο πλάσμα ή από ζώα, δηλαδή με αντισώματα.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]