ανοσοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανοσοποιημένος ανοσοποιημένη ανοσοποιημένο
γενική ανοσοποιημένου ανοσοποιημένης ανοσοποιημένου
αιτιατική ανοσοποιημένο ανοσοποιημένη ανοσοποιημένο
κλητική ανοσοποιημένε ανοσοποιημένη ανοσοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανοσοποιημένοι ανοσοποιημένες ανοσοποιημένα
γενική ανοσοποιημένων ανοσοποιημένων ανοσοποιημένων
αιτιατική ανοσοποιημένους ανοσοποιημένες ανοσοποιημένα
κλητική ανοσοποιημένοι ανοσοποιημένες ανοσοποιημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανοσοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανοσοποιώ

Μετοχή[επεξεργασία]

ανοσοποιημένος, ανοσοποιημένη, ανοσοποιημένο

  1. ο εμβολιασμένος, ο οργανισμός που έχει ανοσοποιηθεί είτε με φαρμακευτικό σκεύασμα είτε με φυσικό τρόπο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]