ανοχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀνοχή, ενοχή

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανοχή οι ανοχές
      γενική της ανοχής των ανοχών
    αιτιατική την ανοχή τις ανοχές
     κλητική ανοχή ανοχές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανοχή < αρχαία ελληνική ἀνοχή < ἀνέχω < ἔχω (4. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική tolérance· οίκος ανοχής: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική maison de tolérance)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανοχή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]