ανοϊκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανοϊκός ανοϊκή ανοϊκό
γενική ανοϊκού ανοϊκής ανοϊκού
αιτιατική ανοϊκό ανοϊκή ανοϊκό
κλητική ανοϊκέ ανοϊκή ανοϊκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανοϊκοί ανοϊκές ανοϊκά
γενική ανοϊκών ανοϊκών ανοϊκών
αιτιατική ανοϊκούς ανοϊκές ανοϊκά
κλητική ανοϊκοί ανοϊκές ανοϊκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανοϊκός < άνο(ια) + -ικός αρχαία ελληνική ἄνοια και ἀνοίη < ἄνοος και ἄνους < ἀ στερητικό + νοῦς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανοϊκός, -ή, -ό

ο ανοϊκός άνθρωπος μπορεί να πάσχει είτε από γεροντική είτε από προγεροντική άνοια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]