ανούσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀνούσιος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανούσιος ανούσια ανούσιο
γενική ανούσιου ανούσιας ανούσιου
αιτιατική ανούσιο ανούσια ανούσιο
κλητική ανούσιε ανούσια ανούσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανούσιοι ανούσιες ανούσια
γενική ανούσιων ανούσιων ανούσιων
αιτιατική ανούσιους ανούσιες ανούσια
κλητική ανούσιοι ανούσιες ανούσια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανούσιος < ελληνιστική κοινή ἀνούσιος < αρχαία ελληνική οὐσία < εἰμί

Επίθετο[επεξεργασία]

ανούσιος, -α, -ο

  1. χωρίς ουσία, νόημα
     αντώνυμα: ουσιαστικός, ουσιώδης
  2. (σπάνιο) άνοστος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]