αντάλλαγμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αντάλλαγμα < αρχαία ελληνική ἀντάλλαγμα < ἀνταλλάσσω < ἀλλάσσω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂élyos
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αντάλλαγμα ουδέτερο
- αυτό που παίρνει κάποιος στη θέση κάποιου άλλου (συνήθως ίσης αξίας) που δίνει ή το αντίθετο
- ※ Με τη σκούπα και το σφουγγαρόπανο ξεπλήρωνε αυτή τη βοήθεια, σαν ψυχοκόρη την είχαν, μπορεί οι ψυχοκόρες να ήταν συνήθως ανύπαντρα κορίτσια από το χωριό, που έβρισκαν ένα κρεβάτι κι ένα πιάτο φαΐ στα καλά σπίτια, τα είπαμε τα ανταλλάγματα, ενώ εκείνη ήταν παντρεμένη με παιδί και δεν έμενε στο νουνό, αλλά δεν έπαυε να είναι κάτι σαν ψυχοκόρη, αφού η μαύρη αλήθεια είναι ότι δεν γίνονται αγάπες με το σφουγγαρόπανο... (Θανάσης Καρτερός, Το τελευταίο τραμ, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις ανταλλάσσω, αλλάζω και άλλος