αντάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντάρα οι αντάρες
      γενική της αντάρας
    αιτιατική την αντάρα τις αντάρες
     κλητική αντάρα αντάρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντάρα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντάρα θηλυκό

  1. ομίχλη, θολούρα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]