αντέγγραφο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντέγγραφο τα αντέγγραφα
      γενική του αντέγγραφου
αντεγγράφου
των αντέγγραφων
αντεγγράφων
    αιτιατική το αντέγγραφο τα αντέγγραφα
     κλητική αντέγγραφο αντέγγραφα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντέγγραφο < αντι- + έγγραφο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντέγγραφο ουδέτερο

  1. (νομικός όρος) έγγραφο με το οποίο ακυρώνεται ή ανατρέπεται η αποδεικτική ισχύς άλλου εγγράφου
    Με το νέο φορολογικό καθεστώς νομική και φορολογική ισχύ αποκτούν τα λεγόμενα «αντέγγραφα», δηλαδή στοιχεία όπως επιταγές, συναλλαγματικές κ.λπ. τα οποία συνήθως κατάσχουν οι φοροελεγκτές και από τα οποία προκύπτουν ακριβή στοιχεία για οικονομικές συναλλαγές που δηλώθηκαν ανακριβώς στην Εφορία, όπως για παράδειγμα οι αγορές ακινήτων. Τα «αντέγγραφα» μπορεί να αποδεικνύουν, για παράδειγμα, ότι η πραγματική τιμή πώλησης ενός ακινήτου ήταν 250.000 και όχι η αντικειμενική αξία του ακινήτου που ανέρχεται στα 130.000 ευρώ όπως αναγράφει το συμβόλαιο. (*)
  2. ανταπάντηση, αντεπιστολή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]