αντίπαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντίπαλος η αντίπαλη το αντίπαλο
      γενική του αντίπαλου της αντίπαλης του αντίπαλου
    αιτιατική τον αντίπαλο την αντίπαλη το αντίπαλο
     κλητική αντίπαλε αντίπαλη αντίπαλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντίπαλοι οι αντίπαλες τα αντίπαλα
      γενική των αντίπαλων των αντίπαλων των αντίπαλων
    αιτιατική τους αντίπαλους τις αντίπαλες τα αντίπαλα
     κλητική αντίπαλοι αντίπαλες αντίπαλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντίπαλος < αρχαία ελληνική ἀντίπαλος < ἀντί + πάλη

Επίθετο[επεξεργασία]

αντίπαλος, -η, -ο

  1. που παλεύει με κάποιον, που προσπαθεί να τον νικήσει
  2. ανταγωνιστής
  3. αντίθετος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντίπαλος αρσενικό

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]