αντίτυπο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντίτυπο αντίτυπα
γενική αντιτύπου
& αντίτυπου
αντιτύπων
& αντίτυπων
αιτιατική αντίτυπο αντίτυπα
κλητική αντίτυπο αντίτυπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντίτυπο < ελληνιστική κοινή ἀντίτυπον < αρχαία ελληνική ἀντίτυπος < ἀντί + τύπος < τύπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)teu-p- (χτυπώ) (σημασιολογικό δάνειο από αγγλική copy)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /an.'di.ti.po/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντίτυπο ουδέτερο

  1. το πανομοιότυπο αντίγραφο (ένα από τα πολλά) ενός βιβλίου, περιοδικού, εφημερίδας κ.λπ.
  2. (συνεκδοχικά) (οποιοδήποτε) αντίγραφο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]