ανταγωνιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανταγωνιστής ανταγωνιστές
γενική ανταγωνιστή ανταγωνιστών
αιτιατική ανταγωνιστή ανταγωνιστές
κλητική ανταγωνιστή ανταγωνιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανταγωνιστής < αρχαία ελληνική ἀνταγωνιστής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /an.da.ɣɔ.ni.ˈstis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανταγωνιστής αρσενικό (θηλυκό: ανταγωνίστρια)

  • αυτός που ανταγωνίζεται με κάποιον άλλον για την διεκδίκηση ενός τίτλου, βραβείου, αξιώματος κ.λπ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]