ανταλλαξιμότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανταλλαξιμότητα < ανταλλάξιμος + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική exchangeability)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ανταλλαξιμότητα θηλυκό
- (λόγιο) το να είναι κάποιος ή κάτι ανταλλάξιμο(ς), η ιδιότητα του ανταλλάξιμου
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανταλλαξιμότητα
Πηγές
[επεξεργασία]- ανταλλαξιμότητα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)