αντανακλαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αντανακλαστικός αντανακλαστική αντανακλαστικό
γενική αντανακλαστικού αντανακλαστικής αντανακλαστικού
αιτιατική αντανακλαστικό αντανακλαστική αντανακλαστικό
κλητική αντανακλαστικέ αντανακλαστική αντανακλαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντανακλαστικοί αντανακλαστικές αντανακλαστικά
γενική αντανακλαστικών αντανακλαστικών αντανακλαστικών
αιτιατική αντανακλαστικούς αντανακλαστικές αντανακλαστικά
κλητική αντανακλαστικοί αντανακλαστικές αντανακλαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντανακλαστικός < αντανάκλαση + -τικός (1. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική réflecteur. 2,3. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική réflexe / réflexes)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αντανακλαστικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την αντανάκλαση, αναφέρεται σ’ αυτή ή προέρχεται από αντανάκλαση
  2. (ψυχολογία) που συμβαίνει ή ενεργείται ακούσια και ασύνειδα
  3. (ουσιαστικοποιημένο) αντανακλαστικά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]