ανταποδίδω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανταποδίδω < αρχαία ελληνική ἀνταποδίδωμι < δίδωμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανταποδίδω

  • κάνω το ίδιο ή κάτι ανάλογο προς κάτι που μου έκανε κάποιος άλλος
Δε δεχόταν να έρθει για τσάι επειδή του ήταν αδύνατο να ανταποδώσει την πρόσκληση. (Στρατής Τσίρκας, Αριάγνη)

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]