ανταρκτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀνταρκτικός, ανταρτικός, αντάρτικος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανταρκτικός ανταρκτική ανταρκτικό
γενική ανταρκτικού ανταρκτικής ανταρκτικού
αιτιατική ανταρκτικό ανταρκτική ανταρκτικό
κλητική ανταρκτικέ ανταρκτική ανταρκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανταρκτικοί ανταρκτικές ανταρκτικά
γενική ανταρκτικών ανταρκτικών ανταρκτικών
αιτιατική ανταρκτικούς ανταρκτικές ανταρκτικά
κλητική ανταρκτικοί ανταρκτικές ανταρκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανταρκτικός < αρχαία ελληνική ἀνταρκτικός < ἀντί + ἀρκτικός < ἄρκτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανταρκτικός, -ή, -ό

  1. νότιος, κοντά στον Νότιο Πόλο ή γύρω απ’ αυτόν
  2. (ουσιαστικοποιημένο) Ανταρκτική: η νοτιότερη ήπειρος της γης, γύρω από τον Νότιο Πόλο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]