αντεμπρησμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντεμπρησμός αντεμπρησμοί
γενική αντεμπρησμού αντεμπρησμών
αιτιατική αντεμπρησμό αντεμπρησμούς
κλητική αντεμπρησμέ αντεμπρησμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντεμπρησμός < αντι- + εμπρησμός < ελληνιστική κοινή ἐμπρησμός < αρχαία ελληνική ἐμπίμπρημι < πίμπρημι ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική contre-feu)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντεμπρησμός αρσενικό

  1. ελεγχόμενος εμπρησμός μικρής εξάπλωσης, που αποσκοπεί στον έλεγχο μια μεγαλύτερης έκτασης πυρκαγιάς
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αντιπυρά, αντιπυρκαγιά, φωτιά αντιπυρικής ζώνης
    • Παράξενο στο άκουσμα, στο ευρύ κοινό, αλλά όχι στο πυροσβεστικό γίγνεσθαι, όπου ο λεγόμενος αντεμπρησμός, ή αντιπυρκαγιά, ή αντιπυρά, αποτελεί μια από τις λεγόμενες «έμμεσες ξηρές μεθόδους κατάσβεσης δασικών πυρκαγιών. Με τη συγκεκριμένη μέθοδο, οι πυροσβέστες βάζουν φωτιά προκαλώντας μέτωπο πυρκαγιάς αντίθετα από τη διεύθυνση του ανέμου, με σκοπό να πλησιάσουν το κύριο μέτωπο της δασικής φωτιάς και να το εξουδετερώσουν. (*)
    • Ο αντεμπρησμός είναι μια δευτέρα τεχνητή πυρκαγιά, ήτις δημιουργείται έμπροσθεν του κυρίως μετώπου της πυρκαγιάς επί τω τέλει σχηματισμού κενού μεταξύ της πραγματικής και τεχνητής πυρκαγιάς, οπότε αύτη ελλείψει τροφής θα σβήσει αφ’ εαυτής. (Ηλίας Μπέτσιος, Επιστημονική Πυροσβεστολογία, 1965)
  2. (σπάνιο) εμπρησμός που αποσκοπεί σε αντεκδίκηση για άλλον εμπρησμό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]