αντερί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντερί αντεριά
γενική αντεριού αντεριών
αιτιατική αντερί αντεριά
κλητική αντερί αντεριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντερί < τουρκική entari (από την αραβική)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντερί ουδέτερο

  • μακρύ σκούρο ιερατικό ένδυμα, που συνήθως φοριέται κάτω από το ράσο
  • ανδρικός χιτώνας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τύπος φαρδιάς πουκαμίσας
  • μονοκόμματο παραδοσιακό γυναικείο ένδυμα, φουστάνι


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]