αντερί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντερί τα αντεριά
      γενική του αντεριού των αντεριών
    αιτιατική το αντερί τα αντεριά
     κλητική αντερί αντεριά
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντερί < τουρκική entari < αραβική

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντερί ουδέτερο

  1. (ενδυμασία) μακρύ σκούρο ιερατικό ένδυμα, που συνήθως φοριέται κάτω από το ράσο
     συνώνυμα: ζωστικό
  2. (ενδυμασία) ανδρικός χιτώνας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τύπος φαρδιάς πουκαμίσας
  3. (ενδυμασία) μονοκόμματο παραδοσιακό γυναικείο ένδυμα, φουστάνι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]