Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντζουριά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντζουριά οι αντζουριές
      γενική της αντζουριάς των αντζουριών
    αιτιατική την αντζουριά τις αντζουριές
     κλητική αντζουριά αντζουριές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντζουριά < αντζούρ(ι) + -ιά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αντζουριά θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]