αντηρίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντηρίδα αντηρίδες
γενική αντηρίδας αντηρίδων
αιτιατική αντηρίδα αντηρίδες
κλητική αντηρίδα αντηρίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντηρίδα < καθαρεύουσα αντηρίς < αρχαία ελληνική ἀντηρίς < ἀντί + ἐρείδω (4,5. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική contrefort)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντηρίδα θηλυκό

  1. (αρχιτεκτονική) τοίχος που κτίζεται κάθετα προς κάποιον άλλο τοίχο, τον οποίο και στηρίζει
  2. (αρχιτεκτονική) τοιχάκι που συγκρατεί το χώμα σε κατωφέρεια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ξερολιθιά, σκάλα
  3. (αρχιτεκτονική) δοκάρι ή άλλη κατασκευή που μπαίνει ως υποστήριγμα σε κάποιο οικοδόμημα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αντέρεισμα, έρεισμα, στήριγμα, υποστήριγμα, υποστύλωση
    Ολοκληρώθηκαν, ακόμη, οι εργασίες αντιστήριξης με την προσθήκη υποστυλωμάτων στον πρώτο χώρο και ταυτόχρονα τοποθετήθηκαν οριζόντιες αντηρίδες στον δεύτερο, προκειμένου να προχωρήσει η αποχωμάτωση. (*)
  4. (γεωλογία) βουνοκορφή που προεξέχει σε διαφορετική κατεύθυνση από άλλες βουνοκορφές της οροσειράς
  5. (βοτανική) φυτικός βλαστός ομόρριζος με τον κεντρικό βλαστό και δίπλα σ’ αυτόν

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]