αντιανδρογόνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιανδρογόνα < αντί + ανδρογόνο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιανδρογόνα ουδέτερο πληθυντικός

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • τα φάρμακα αυτά χορηγούνται σε ψυχικές διαταραχές που συνοδεύονται από παθολογικές αυξημένες σεξουαλικές δραστηριότητες, έντονη ακμή, υπερτρίχωση κ.ά., όπου και απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή λόγω δυνητικού κινδύνου πρόκλησης ηπατικών νεοπλασμάτων.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]