αντιβεντετικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αντιβεντετικός αντιβεντετική αντιβεντετικό
γενική αντιβεντετικού αντιβεντετικής αντιβεντετικού
αιτιατική αντιβεντετικό αντιβεντετική αντιβεντετικό
κλητική αντιβεντετικέ αντιβεντετική αντιβεντετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντιβεντετικοί αντιβεντετικές αντιβεντετικά
γενική αντιβεντετικών αντιβεντετικών αντιβεντετικών
αιτιατική αντιβεντετικούς αντιβεντετικές αντιβεντετικά
κλητική αντιβεντετικοί αντιβεντετικές αντιβεντετικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιβεντετικός < αντί + βεντέτα + -ικός < γαλλική vedette < ιταλική vedetta[1] < vedere < λατινική video < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *weyd-

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αντιβεντετικός, -ή, -ό

  • που έχει συμπεριφορά αντίθετη ή και εχθρική προς κάποιον που φέρεται σαν βεντέτα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]