αντιγλαυκωματικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιγλαυκωματικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιγλαυκωματικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): ονομασία ομάδας φαρμάκων η δράση των οποίων συμβάλλει στην αντιμετώπιση του γλαυκώματος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]