αντιδιαισθητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αντιδιαισθητικός αντιδιαισθητική αντιδιαισθητικό
γενική αντιδιαισθητικού αντιδιαισθητικής αντιδιαισθητικού
αιτιατική αντιδιαισθητικό αντιδιαισθητική αντιδιαισθητικό
κλητική αντιδιαισθητικέ αντιδιαισθητική αντιδιαισθητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντιδιαισθητικοί αντιδιαισθητικές αντιδιαισθητικά
γενική αντιδιαισθητικών αντιδιαισθητικών αντιδιαισθητικών
αιτιατική αντιδιαισθητικούς αντιδιαισθητικές αντιδιαισθητικά
κλητική αντιδιαισθητικοί αντιδιαισθητικές αντιδιαισθητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταφραστικό δάνεια απ' τ' αγγλικά counter-intuitive/counterintuitive

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

  • (σπάνιο) δύσκολο να προβλεφθεί διαισθητικά, αντίθετο με αυτό που θα επέλεγε κανείς χωρίς να πολυσκεφτεί