αντιδραστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αντιδραστικός αντιδραστική αντιδραστικό
γενική αντιδραστικού αντιδραστικής αντιδραστικού
αιτιατική αντιδραστικό αντιδραστική αντιδραστικό
κλητική αντιδραστικέ αντιδραστική αντιδραστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντιδραστικοί αντιδραστικές αντιδραστικά
γενική αντιδραστικών αντιδραστικών αντιδραστικών
αιτιατική αντιδραστικούς αντιδραστικές αντιδραστικά
κλητική αντιδραστικοί αντιδραστικές αντιδραστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιδραστικός < αντιδρώ + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αντιδραστικός -ή -ό

  1. που αντιδρά
  2. που σχετίζεται με την αντίδραση ή αναφέρεται σ’ αυτή
  3. οπισθοδρομικός, συντηρητικός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: προοδευτικός, φιλελεύθερος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]