αντιδραστισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αντιδραστισμός < αντιδραστικός + -ισμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αντιδραστισμός αρσενικό
- (λόγιο) η ιδεολογική ή πρακτική στάση που αντιτίθεται σε κοινωνικές, πολιτικές ή πολιτισμικές αλλαγές, επιδιώκοντας τη διατήρηση ή την επιστροφή σε προηγούμενες καταστάσεις και αξίες
- ※ Και σε ενδεχόμενο μιας παλινόρθωσης ενός ακραίου αντιδραστισμού μέσω γνωστών διαχρονικά τακτικών που ήδη αναπτύσσονται εκεί (αμφίπλευρη αμφισβήτηση από τα δεξιά με έσωθεν κι έξωθεν σαμποτάζ και απανθρωποποίηση του αντιπάλου, καθώς και από τα αριστερά με κριτική περί προδοσίας ιδανικών που εφαρμόζονται μονάχα μερικώς ή και καθόλου… λόγω του προαναφερθέντος σαμποτάζ) (Πάρις Μνηματίδης, Η φανταστική χώρα μου, ανακτήθηκε στις 28/12/2025 )