αντιελκωτικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιελκωτικά < αντί + ελκωτικός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιελκωτικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): γενική ονομασία ομάδας φαρμάκων κατά του πεπτικού έλκους.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]