αντιημικρανικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιημικρανικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιημικρανικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): ειδική κατηγορία φαρμάκων που δρουν κατά της ημικρανίας, τόσο στη πρόληψη όσο και στη μείωση εμφάνισης ημικρανιακών παροξυσμών.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]