αντιθυρεοειδικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιθυρεοειδικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιθυρεοειδικά ουδέτερο πληθυντικός

  • (ιατρική), (φαρμακευτική): ονομασία κατηγορίας φαρμάκων που χορηγούνται για την θεραπεία θυρεοειδών παθήσεων και ειδικότερα στην αναστολή της οργανικής σύνδεσης του ιωδίου στον θυρεοειδή αδένα.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]