αντιισταμινικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιισταμινικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιισταμινικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): γενική ονομασία ομάδας φαρμάκων ή ουσιών που ανταγωνίζονται τη δράση της ισταμίνης

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • από χημικής δομής τα φάρμακα αυτά διακρίνονται σε αιθανολαμίνες, αιθυλενοδιαμίνες, αλκυλαμίνες, πιπεραζίνες, φαινοθειαζίνες και πιπεριδίνες.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]