αντιισταμινικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αντιισταμινικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική antihistaminic[1] ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική antihistaminique[2][1] < αρχαία ελληνική ἀντί + ἱστός + λατινική ammoniacus < Ammon < αρχαία ελληνική Ἄμμων
Επίθετο
[επεξεργασία]αντιισταμινικός
- (φαρμακευτική) με τη βοήθεια του οποίου καταπολεμάται η ισταμίνη
- (ουσιαστικοποιημένο) αντιισταμινικό: το σχετικό φάρμακο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ισταμίνη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αντιισταμινικός
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 αντιισταμινικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ αντιισταμινικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)