αντικαθιστώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντικαθιστώ < αρχαία ελληνική ἀντικαθίστημι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αντικαθιστώ (παθητική φωνή: αντικαθίσταμαι)

  1. βγάζω κάτι/κάποιον και τοποθετώ στη θέση του κάτι άλλο το οποίο είναι ίσης αξίας, ίδιας αποτελεσματικότητας, ίσης απόδοσης με το / τον αντικατασταθέν /ντα.
  2. μπαίνω στη θέση που κατείχε πριν κάτι άλλο ή κάποιος άλλος
  3. (γραμματική) γράφω τους τύπους ενός ρήματος σε άλλους χρόνους ή εγκλίσεις
  4. (πληροφορική) γράφω νέα δεδομένα πάνω στη θέση μνήμης παλαιότερων

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]