αντικατάσταση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντικατάσταση αντικαταστάσεις
γενική αντικατάστασης
& αντικαταστάσεως
αντικαταστάσεων
αιτιατική αντικατάσταση αντικαταστάσεις
κλητική αντικατάσταση αντικαταστάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντικατάσταση < ελληνιστική κοινή ἀντικατάστασις < αρχαία ελληνική ἀντικαθίστημι < ἀντί + καθίστημι < κατά + ἵστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντικατάσταση θηλυκό

  1. η ενέργεια του αντικαθιστώ, η τοποθέτηση ενός προσώπου, αντικειμένου, στοιχείου κλπ στη θέση άλλου
  2. (πληροφορική) η εγγραφή νέων δεδομένων πάνω στη θέση μνήμης παλαιότερων

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]