αντικομφορμισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντικομφορμισμός αντικομφορμισμοί
γενική αντικομφορμισμού αντικομφορμισμών
αιτιατική αντικομφορμισμό αντικομφορμισμούς
κλητική αντικομφορμισμέ αντικομφορμισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντικομφορμισμός < αντί + κομφορμισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντικομφορμισμός αρσενικό

α) στον υγιή, όπου το άτομο αντιδρα συνειδητά, χρησιμοποιεί θεμιτά μέσα και έχει ως στόχο να εξασφαλίσει τη βελτίωση και τη θετική αλλάγή του κατεστημένου β) στον ισοπεδωτικό ή μηδενιστικό, όταν το άτομο αντιδρά χωρίς να γνωρίζει τους λόγους αυτής της αντίδρασης, αλλά το κάνει είτε γιατί παρασύρεται, είτε γιατί θέλει να εκδικηθεί την κοινωνία για τα δικά του προβλήματα, γι' αυτό και χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]