αντιλαμβάνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιλαμβάνομαι < αντί + λαμβάνομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

αντιλαμβάνομαι

  1. καταλαβαίνω κάτι χάρη στις αισθήσεις μου
  2. καταλαβαίνω κάτι μέσω της σκέψης


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Λόγιοι τύποι αορίστου: αντελήφθην (αντελήφθης, αντελήφθη, αντελήφθημεν, αντελήφθητε, αντελήφθησαν) και μετοχή παθητικού αορίστου: αντιληφθείς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]