αντιμετάθεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντιμετάθεση οι αντιμεταθέσεις
      γενική της αντιμετάθεσης
& αντιμεταθέσεως
των αντιμεταθέσεων
    αιτιατική την αντιμετάθεση τις αντιμεταθέσεις
     κλητική αντιμετάθεση αντιμεταθέσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιμετάθεση < ελληνιστική κοινή ἀντιμετάθεσις < ἀντί + αρχαία ελληνική μετάθεσις < μετατίθημι < τίθημι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιμετάθεση θηλυκό

  1. (λόγιο) αλλαγή θέσης με αμοιβαίο τρόπο
  2. (γραμματική) (γλωσσολογία) αμοιβαία αλλαγή θέσης δύο φθόγγων ή συλλαβών
  3. (γραμματική) αντιμεταχώρηση
  4. (μαθηματικά)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]