αντιμετωπίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιμετωπίζω < αντιμέτωπ(ος) + -ίζω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική affronter

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /an.di.me.toˈpi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐ντι‐με‐τω‐πί‐ζω

Ρήμα[επεξεργασία]

αντιμετωπίζω, αόρ.: αντιμετώπισα, παθ.φωνή: αντιμετωπίζομαι, π.αόρ.: αντιμετωπίστηκα/αντιμετωπίσθηκα, μτχ.π.π.: αντιμετωπισμένος

  1. είμαι αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι (που με αμφισβητεί, με κρίνει, με ανταγωνίζεται, με κριτικάρει κ.λπ.)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. υπομένω
  2. αποκρούω, αντιπαλεύω
  3. αντεπεξέρχομαι
  4. αντικρίζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη μέτωπο

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]