αντιμονοπωλιακός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αντιμονοπωλιακός < αντι- + μονοπωλιακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική antitrast)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /an.di.mo.no.po.li.aˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐ντι‐μο‐νο‐πω‐λι‐α‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]αντιμονοπωλιακός, -ή, -ό
- που αντιτίθεται στα μονοπώλια
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αντιμονοπωλιακά (επίρρημα)
- → δείτε τις λέξεις αντί, μονοπώλιο, μόνος και πωλώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αντιμονοπωλιακός
Πηγές
[επεξεργασία]- αντιμονοπωλιακός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αντιμονοπωλιακός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- αντιμονοπωλιακός - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αντι- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μονο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)