Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντιπαρατήρηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντιπαρατήρηση οι αντιπαρατηρήσεις
      γενική της αντιπαρατήρησης* των αντιπαρατηρήσεων
    αιτιατική την αντιπαρατήρηση τις αντιπαρατηρήσεις
     κλητική αντιπαρατήρηση αντιπαρατηρήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αντιπαρατηρήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντιπαρατήρηση < αντι- + παρατήρηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /an.di.pa.ɾaˈti.ɾi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αντιπαρατήρηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αντιπαρατήρηση[1][2] θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αντιπαρατήρηση -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. αντιπαρατήρηση - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)