αντιπαρκινσονικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιπαρκινσονικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιπαρκινσονικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): ονομασία ειδικής ομάδας φαρμάκων η δράση των οποίων μπορεί να αναστείλει παρκινσονισμό και υπερκινητικά σύνδρομα.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής διακρίνονται ανάλογα της δράσης τους στα με ντοπαμινεργική δράση και στα με αντιχολινεργική δράση.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]