αντιπτέραρχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντιπτέραρχος αντιπτέραρχοι
γενική αντιπτεράρχου
& αντιπτέραρχου
αντιπτεράρχων
& αντιπτέραρχων
αιτιατική αντιπτέραρχο αντιπτεράρχους
& αντιπτέραρχους
κλητική αντιπτέραρχε αντιπτέραρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιπτέραρχος < αντί + πτέραρχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιπτέραρχος αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος): ανώτατος βαθμός της πολεμικής αεροπορίας, αντίστοιχος με τον αντιστράτηγο και αντιναύαρχο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]