αντιπύραρχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντιπύραρχος αντιπύραρχοι
γενική αντιπυράρχου
& αντιπύραρχου
αντιπυράρχων
& αντιπύραρχων
αιτιατική αντιπύραρχο αντιπυράρχους
& αντιπύραρχους
κλητική αντιπύραρχε αντιπύραρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιπύραρχος < αντί + ]]πύραρχος]]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιπύραρχος αρσενικό

  1. ανώτερος βαθμός του πυροσβεστικού σώματος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]